Γραμματοσειρά

Στις αμερικανικές εκλογές δεν κέρδισε ο Τραμπ: έχασε η Χίλαρι Κλίντον.

Η υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος κέρδισε 6 εκατ. λιγότερους ψήφους απ” ότι ο Μπαράκ Ομπάμα στις προεδρικές εκλογές του 2012. Ούτε τις λευκές γυναίκες η κυρία Κλίντον δεν κατάφερε να κερδίσει, παρά τις σεξιστικές δηλώσεις του Τραμπ και τα αποκαλυπτικά βίντεο που τον ενοχοποιούσαν.

Τα αρνητικά ρεκόρ δεν σταματούν εδώ. Ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο υποψήφιος με τα περισσότερα χρήματα κερδίζει τις προεδρικές εκλογές, προβάλλοντας και τα περισσότερα διαφημιστικά σποτ, καταρρίφθηκε επίσης: η Χίλαρυ ξόδεψε 510 εκατ $ (περίπου μισό δις ευρώ!) ποσό χωρίς προηγούμενο στην αμερικανική ιστορία, έναντι 255 εκατ. που συγκέντρωσε η εκστρατεία Τραμπ. Το 75% των τηλεοπτικών σποτ,συνολικής αξίας 500 εκατ $, που προβλήθηκαν, υποστήριζαν την Κλίντον. Παρόλα αυτά, ο Τραμπ κέρδισε τη μάχη, ακόμη και στις κρίσιμες πολιτείες όπου οι διαφημίσεις του Δημοκρατικού Κόμματος βομβάρδιζαν τους πολίτες όλο το 24ωρο.

Πρόκειται για συντριπτική ήττα του πολιτικού κατεστημένου και των στενών σχέσεων του με τη Wall Street, που προσωποποιούσε η κυρία Κλίντον. Στη πραγματικότητα, ο Μπιλ έσκαψε τον λάκκο της Χίλαρι: αρχιτέκτονας της δεξιάς στροφής του Δημοκρατικού Κόμματος τη δεκαετία του 90, του νόμου που κατάργησε την διάκριση μεταξύ των παραδοσιακών και των επενδυτικών τραπεζών, γιγαντώνοντας τις διάφορες Goldman Sachs και τον καπιταλισμό-καζίνο που προκάλεσε την κρίση του 2008, o πρώην πρόεδρος τής στέρησε την λευκή μεσαία τάξη και ιδίως τους εργάτες, οι οποίοι αποτελούσαν την εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Στο ίδιο μοτίβο και η ηγεσία του κόμματος που με τα διάφορα βρόμικα κόλπα στέρησε το χρίσμα από τον Σάντερς, o οποίος θα μπορούσε να κερδίσει τον Τραμπ. Παραδίδοντας ουσιαστικά την εξουσία σε έναν ακροδεξιό δημαγωγό, στον «πρόεδρο των ηττημένων» από την παγκοσμιοποίηση και την ολιγαρχία του 1%.

Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, η στρατηγική στροφή της σοσιαλδημοκρατίας και η υπόκλιση της στο κεφάλαιο, προκαλεί αντίστοιχες εξελίξεις και στην Ευρώπη. Σε μια σειρά από χώρες, η ακροδεξιά είναι σε άνοδο. (δες το χάρτη από Spiegel-πατήστε πάνω για να ανοίξει- για την ανερχόμενη δύναμη στην Ευρώπη: στις 12 από τις 15 χώρες όπου η ακροδεξιά σημειώνει άνοδο, ακροδεξιά κόμματα κυβερνούν ή συμμετέχουν σε κυβερνήσεις συνεργασίας).

Τον Δεκέμβριο ο υποψήφιος της ακροδεξιάς μπορεί να εκλεγεί πρόεδρος της Αυστρίας. Τον ίδιο μήνα, ο Ματέο Ρέντσι, στο δημοψήφισμα για την συνταγματική αναθεώρηση, είναι πιθανό να ηττηθεί από τους Ιταλούς ευρωσκεπτικιστές. Τον Μάρτιο του 2017 το ακροδεξιό κόμμα του Γκερτ Βίλντερς ίσως καταλάβει τη πρώτη θέση στις ολλανδικές εκλογές. Και τα χειρότερα δεν έχουν ακόμη έρθει: στις γαλλικές προεδρικές εκλογές της άνοιξης, με τον αέρα στα πανιά της από την νίκη του Τραμπ τον οποίο έσπευσε να συγχαρεί, η Μαρί Λε Πεν θα περάσει στο δεύτερο γύρο και δεν είναι πλέον απίθανο να εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας. Κάτι τέτοιο, έλεγε εμπιστευτικά προ ημερών ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Τ. Σούλτς, «θα είναι το τέλος της ΕΕ».

Η κατάρρευση του Φρανσουά Ολάντ είναι εδώ χαρακτηριστική: ο Γάλλος πρόεδρος υποσχέθηκε προεκλογικά να αντιταχθεί στη νεοφιλελεύθερη πολιτική του Βερολίνου και να ανατρέψει τη πολιτική της λιτότητας, που ευνοεί τους λίγους και καταστρέφει τους πολλούς. Δε χρειάστηκε παρά μια συνάντηση του με τους ισχυρότερους τραπεζίτες της Γαλλίας για να κάνει στροφή 180 μοιρών, φτάνοντας μέχρι και την ψήφιση του αντεργατικού νόμου που προκάλεσε τις θυελλώδεις αντιδράσεις του χειμώνα. Είναι αυτό το κενό, από τη προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, που εκμεταλλεύεται η Λε Πεν.

Ενώ η ευρωπαϊκή παραδοσιακή και ριζοσπαστική αριστερά αδυνατεί να προβάλλει ένα πειστικό, εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης μακριά από τον εθνικισμό, το ρατσισμό και τη ξενοφοβία, η ακροδεξιά συσφίγγει τις σχέσεις της. Οι ακροδεξιοί ηγέτες συναντώνται μεταξύ τους και υπόσχονται αλληλοϋποστήριξη: o Αυστριακός Στράσε με την Λε Πεν και οι δυο τους με τους ηγέτες της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία». Το ακροδεξιό Γερμανικό κόμμα που γιόρτασε επίσης την νίκη Τραμπ, στρέφει όλη τη γερμανική πολιτική σκηνή προς τα δεξιά και φιλοδοξεί να καταλάβει τη τρίτη θέση στις εκλογές του ερχόμενου φθινοπώρου, ροκανίζοντας την εκλογική βάση όχι μόνο της κεντροδεξιάς Μέρκελ αλλά και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Γιατί, και στη Γερμανία, ένα μέρος της εργατικής τάξης, φλερτάρει σοβαρά με την ακροδεξιά.

Οι μεγάλοι κυβερνητικοί συνασπισμοί δεξιάς-Σοσιαλιστών -έναν τέτοιο ονειρεύεται ακόμη και ο κ. Βενιζέλος λες και η συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ λόγω και της συγκυβέρνησης με Σαμαρά δεν ήταν αρκετή- απομακρύνει τα Σοσιαλιστικά Κόμματα από την εκλογική τους βάση και οδηγεί στη «πασοκοποίηση» τους, όπως συμβαίνει αυτό το καιρό και στην Ισπανία. Από τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες ο πρόεδρος του κόμματος Σ. Γκάμπριελ φαίνεται να έλαβε κάποιο μήνυμα, δηλώνοντας την επομένη των αμερικανικών εκλογών ότι το κόμμα πρέπει να εστιάσει ξανά στη βάση του, στους εργάτες.

Με τη νίκη Τραμπ, το κλίμα στις ΗΠΑ είναι ήδη εμφυλιακό, με όλους εναντίον όλων: οι φτωχοί λευκοί εναντίον των πλούσιων, των μαύρων, των ισπανόφωνων και των μεταναστών, η δυτική και ανατολική ακτή εναντίον της «βαθιάς Αμερικής», οι οπαδοί του μοντερνισμού και της παγκοσμιοποίησης κατά όσων τάσσονται υπέρ του κλεισίματος της χώρας στον εαυτό της. Η μπάλα είναι τώρα στο γήπεδο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: αν δεν αλλάξει πορεία ξαναβρίσκοντας τις ρίζες της, η ακροδεξιά και ο διχασμός θα επικρατήσουν και στην Ευρώπη.

16.11.2016

 

twitter Newsroom

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ facebook

LINKS