Γραμματοσειρά

Η παρέμβαση της Κ. Κούνεβα σε σεμινάριο του ευρωπαϊκού οργανισμού – Τζ. Καλέγγια: «Πάνω από 640.000 εργαζόμενοι πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα»

Στη σημασία που έχει η πιστοποίηση γνώσεων και επαγγελματικών δεξιοτήτων και στην αναγκαιότητα αξιοποίησης της εμπειρίας των εργαζομένων και στελεχών του CEDEFOP (Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης) αναφέρθηκε η ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Κούνεβα, μιλώντας σε σεμινάριο που διοργανώθηκε στις 28 Ιουνίου στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία του ευρωπαϊκού οργανισμού και του προέδρου της Επιτροπής Απασχόλησης του Ευρωκοινοβουλίου, Τόμας Χάντελ.

Η ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ υπενθύμισε ότι πρόσφατα εγκρίθηκε από την Ολομέλεια του ευρωκοινοβουλίου η έκθεση της για τα δικαιώματα και την ανάγκη πιστοποίησης για τους εργαζόμενους στους τομείς της οικιακής εργασίας και της φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων. Μια μεγάλη κατηγορία εργαζομένων που πρέπει να πιστοποιηθεί επαγγελματικά καθώς και είναι παρούσα σε εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικά σπίτια.

Στο σεμινάριο του CEDEFOP, η αναπληρωτής υπουργός Εργασίας Ράνια Αντωνοπούλου έκανε αναλυτική ενημέρωση για το Μηχανισμό Διάγνωσης Αναγκών για τις ανάγκες εργαζομένων και επιχειρήσεων αλλά και για τα νέα προγράμματα κατάρτισης τα οποία καλύπτουν περισσότερους ανέργους με μικρότερο κόστος και χωρίς την αναποτελεσματικότητα των προηγούμενων .

«Περισσότεροι από 250.000 άνθρωποι έφυγαν από την Ελλάδα για να βρουν εργασία στο εξωτερικό» τόνισε ο διευθυντής του CEDEFOP, Τζ. Καλέγγια, προσθέτοντας ότι πάνω από 640.000 εργαζόμενοι είναι αναγκασμένοι να αλλάξουν επάγγελμα, «καθώς τα 2/3 των θέσεων εργασίας που χάθηκαν δεν θα επανέλθουν στην αγορά».

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ Κ. ΚΟΥΝΕΒΑ ΣΤΟ CEDEFOP

«Χαίρομαι πολύ που σε λιγότερο από ένα χρόνο συναντώ πάλι τα στελέχη και τους εργαζόμενους του CEDEFOP, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Ενός οργανισμού με πολύ καλό και εξειδικευμένο προσωπικό, προγράμματα και μελέτες, που όμως δεν αξιοποιούνται όσο πρέπει ούτε από τις εθνικές κυβερνήσεις, ούτε από το Ευρωκοινοβούλιο και την επιτροπή Απασχόλησης στην οποία μετέχω ως τακτικό μέλος.

Για παράδειγμα, πρόσφατα ψηφίσαμε στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου την έκθεση για τις δεξιότητες και τη στενότερη σύνδεση της κατάρτισης και της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Είχα πολλές επιφυλάξεις για την έκθεση αυτή, από την οποία απουσίαζε μια νέα, ουσιαστικότερη προσέγγιση για το πώς η κατάρτιση, οι δεξιότητες, η μαθητεία θα έχουν πραγματικό και όχι θεωρητικό αντίκτυπο στη μείωση της ανεργίας και των ανισοτήτων. Προσωπικά πιστεύω ότι κι εμείς στην Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν αναζητήσαμε τις αναλύσεις του CEDEFOP, δεν προηγήθηκε μια σε βάθος επικοινωνία με τα στελέχη του για τα θέματα της εργασίας, για τα οποία συνήθως επικαλούμεθα με μεγάλη ευκολία τα ευρήματα άλλων διεθνών οργανισμών.

Πιστεύω ότι πολλές από τις αμαρτίες του παρελθόντος στο Σύστημα Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης και στον τρόπο που λειτουργούσε στην Ελλάδα και αλλού, θα είχαν αποφευχθεί εάν οι ελληνικές κυβερνήσεις αξιοποιούσαν με συνέπεια τις θεσμικές δυνατότητες που έδινε το CEDEFOP προκειμένου να αποτυπώσει αυτό που λέμε σύζευξη στην αγορά εργασίας. Δηλαδή, τα σημεία εκείνα στα οποία συναντώνται οι ανάγκες της παραγωγής και των υπηρεσιών με τις ανάγκες των εργαζομένων για νέα γνώση και εξειδίκευση.

Η αλήθεια είναι ότι τα προηγούμενα χρόνια χάθηκαν πολλά εκατομμύρια κοινοτικοί πόροι σε αδιέξοδα προγράμματα και σε πρόχειρες προσεγγίσεις, σε εικονικά ή μη ρεαλιστικά προγράμματα κατάρτισης από εκατοντάδες φορείς. Υπήρχε μια λογική πολυδιάσπασης που έκανε την κατάρτιση και τα επιδοτούμενα προγράμματα ευκαιρία για ένα επίδομα κι όχι παράθυρο για βελτίωση της θέσης του εργαζόμενου στην αγορά εργασίας.

Γνωρίζοντας από κοντά, λόγω και της πολύ καλής συνεργασίας μας, τις αλλαγές που αργά, αθόρυβα αλλά με επιμονή και χωρίς μεγάλα λόγια συντελούνται από το υπουργείο Εργασίας, στο χαρτοφυλάκιο της κατάρτισης που διευθύνει η αναπληρωτής υπουργός Ράνια Αντωνοπούλου, γνωρίζοντας τις προσπάθειες που έχουν γίνει για να εξυγιανθεί το σύστημα των προγραμμάτων και μελετών από τα μικρά και μεγάλα «μαγαζιά» που είχαν στηθεί σε κάθε πόλη και χωριό. Είμαι βέβαιη ότι στη σημερινή συζήτηση μπορούν να χτιστούν γέφυρες ανάμεσα στον Οργανισμό, στο υπουργείο, στην αγορά και στις επιχειρήσεις, στους εργαζόμενους και στην αρμόδια επιτροπή του Κοινοβουλίου. Έτσι ώστε να πιάσουν τόπο και να εκφραστούν σε συγκεκριμένες δράσεις και πρακτικές, οι υποδείξεις και οι προτάσεις που περιμένω κι εγώ να ακούσω σήμερα. Αυτές τις προτάσεις θα τις μεταφέρω τόσο στην ομάδα της ευρωπαϊκής αριστεράς, στη GUE/NGL, όπου συμμετέχω ως ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στην Επιτροπή Απασχόλησης του Ευρωκοινοβουλίου. Μια επιτροπή η οποία, θα το ομολογήσω, δεν έχει κατορθώσει να πείσει τους Ευρωπαίους πολίτες ότι μπορεί να συμβάλει στο να καλυφθεί το μεγάλο έλλειμμα σε θέσεις εργασίας, στη χώρα μας και σε όλη την Ευρώπη.

Η πρόσφατη απόφαση των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου για αποχώρηση από την Ε.Ε και ο έντονος ευρωσκεπτικισμός σε πολλά κράτη μέλη, όπου κερδίζουν έδαφος οι ακροδεξιές και αντιμεταναστευτικές αντιλήψεις, με αιχμή πάντα και κυρίως το έλλειμμα της απασχόλησης, μάς γεμίζει με μεγάλη ευθύνη για να φέρουμε πιο κοντά την Επιτροπή Απασχόλησης του Ευρωκοινοβουλίου με τους κοινωνικούς εταίρους, τους πραγματικούς φορείς της αγοράς και τους εργαζόμενους.

Γιατί η εργασία κι ό,τι συνδέεται με αυτήν, δεν είναι μόνο η αμοιβή, ο μισθός, το επίδομα, η επιβίωση της καθημερινότητας. Εργασία είναι και η χαρά της δημιουργίας και της προσφοράς, η ικανοποίηση ότι είσαι χρήσιμος στον εαυτό σου και στους άλλους, η δραστηριότητα που προσθέτει νόημα στην ύπαρξή μας και στον αγώνα της επιβίωσης.

Φυσικά, δεν πιστεύω ότι η κατάρτιση και η μαθητεία αρκούν από μόνες τους για να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Εάν δεν υπάρξει ανάπτυξη, σχέδιο, προτεραιότητες, καμία κατάρτιση, όσο καλή κι αν είναι δεν θα έχει όφελος.

Υπάρχει όμως και το αντίστροφο. Οι γνώσεις μέσα από την εργασία, ο συνδυασμός μιας καλής επαγγελματικής προετοιμασίας που μπορεί να δώσει ένα υγιές σύστημα μαθητείας, η σύνδεση της κατάρτισης όχι μόνο με τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά και με τις νεοσύστατες μορφές κοινωνικής οικονομίας και τους συνεταιρισμούς που αποτελούν μια τόσο παλιά, αλλά συνάμα κα τόσο καινούργια εναλλακτική λύση σε συνθήκες μεγάλης ανεργίας, μπορεί να απελευθερώσει δυνάμεις, να ενθαρρύνει τους νέους και να δημιουργήσει δρόμους.

Ούτε εδώ χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό από την αρχή. Ας αξιοποιήσουμε τις καλές πρακτικές άλλων χωρών. Με κριτικό πνεύμα, αλλά ας προχωρήσουμε. Γιατί το μεγάλο ζητούμενο πίσω από όλα αυτά είναι η εργασία που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει πλήρης και ευτυχισμένος.

Δεν πιστεύουμε ότι η ανάπτυξη των δεξιοτήτων και η κατάρτιση είναι αποκλειστικά οικονομικό μέγεθος κι ότι πρέπει να εξαρτώνται μόνο από τις ανάγκες της αγοράς για να γίνουν απασχολήσιμοι εργαζόμενοι. Πιστεύουμε ότι η κατάρτιση είναι δικαίωμα και πως όλοι οι άνθρωποι , όχι μόνο οι νέοι αλλά και οι μεσήλικες πρέπει να είναι ψηφιακά εγγράμματοι κι άρα να έχουν δυνατότητα πρόσβασης στη συνεχιζόμενη κατάρτιση.

Επίσης, τα προγράμματα κατάρτισης σε μια χώρα με τόσο οξύ πρόβλημα ανεργίας πρέπει να συνδέονται με την εργασία, είτε με τη μαθητεία, είτε με μορφές εγγυημένης απασχόλησης. Για να είναι όμως αποτελεσματικά πρέπει να εκπορεύονται και από έναν πραγματικό διάλογο των εργαζομένων με τους εργοδότες και να επεκτείνονται και σε νέα επαγγέλματα.

Πρόσφατα ψηφίστηκε στο ευρωκοινοβούλιο η έκθεση μου για τα δικαιώματα του οικιακού προσωπικού και των ανθρώπων που φροντίζουν τους γονείς και τα παιδιά μας. Γιατί αυτοί οι εργαζόμενοι να μην έχουν πιστοποίηση και κατάρτιση;

Επιτρέψτε μου να σάς διαβάσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Αλαίν ντε Μποτόν για τις «Χαρές και τα δεινά της εργασίας», όπως είναι και ο τίτλος του: «Όσο αναπτυγμένη κι αν είναι η τεχνολογία μας και περίπλοκες οι επιχειρήσεις μας, το πλέον εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του σύγχρονου επαγγελματικού κόσμου, ίσως, τελικά είναι εσωτερικό, αποτελώντας τμήμα της νοοτροπίας μας: η ευρέως διαδεδομένη πίστη ότι το επάγγελμά μας οφείλει να μας κάνει ευτυχισμένους. Όλες οι κοινωνίες είχαν την εργασία στο επίκεντρο τους. Η δική μας, από την Αναγέννηση και μετά, είναι η πρώτη που προτείνει ότι η εργασία μπορεί να είναι κάτι πολύ περισσότερο από τιμωρία ή εξιλέωση.

Η δική μας είναι η πρώτη που υπονοεί ότι πρέπει να αναζητούμε την εργασία ακόμη κι όταν απουσιάζει η οικονομική επιταγή.

Η επιλογή επαγγέλματος θεωρείται ότι καθορίζει την ταυτότητα μας σε τέτοιο βαθμό, ώστε η πλέον επίμονη ερώτηση που κάνουμε όταν γνωρίζουμε κάποιον δεν είναι από πού κατάγεται ή ποιοι ήταν οι γονείς του, αλλά με τι ασχολείται, υποθέτοντας ότι ο δρόμος που οδηγεί σε μια εποικοδομητική ύπαρξη πρέπει απαραίτητα να περνάει μέσα από την πύλη της επικερδούς απασχόλησης».

Το CEDEFOP και όλοι οι φορείς που εμπλεκόμαστε στην επαγγελματική κατάρτιση πρέπει να δουλέψουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε όποτε κάνουμε αυτή την ερώτηση σε έναν άνθρωπο, νέο ή ώριμο, «με τι ασχολείσαι;» να μπορεί να μας λέει το επάγγελμά του με χαρά και ικανοποίηση».

Το link του CEDEFOP, για το σεμινάριο:

http://www.cedefop.europa.eu/en/news-and-press/news/making-learning-work-greece

 

twitter Newsroom

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ facebook

Facebook Connection Faild

LINKS