Γραμματοσειρά

Η γαλλική οικονομική εφημερίδα «La Tribune» φιλοξενεί άρθρο του Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρη Παπαδημούλη.

Στο άρθρο του ο Έλληνας ευρωβουλευτής επισημαίνει ότι «το ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι αμιγώς ελληνικό ζήτημα, αλλά ευρύτερα ευρωπαϊκό. Οι μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία, αντιμετωπίζουν πολλά σοβαρά ζητήματα εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους τους, το οποίο αγγίζει, κατά μέσο όρο και για τα τρία κράτη-μέλη, το 109% περίπου του ΑΕΠ», τονίζοντας ότι «τα οικονομικά στοιχεία συγκλίνουν τα τελευταία χρόνια στο ότι η Γερμανία αναπτύσσεται σταθερά εις βάρος των υπόλοιπων ευρωπαϊκών οικονομιών, κάτι το οποίο προοπτικά δεν συμφέρει ούτε το ίδιο το Βερολίνο, τόσο σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, όσο και σε πολιτικό επίπεδο».

Link δημοσίευσης: http://www.latribune.fr/opinions/tribunes/dette-publique-la-grece-n-est-pas-un-cas-isole-en-europe-606042.html

Ακολουθεί το άρθρο μεταφρασμένο στα ελληνικά:

Το δημόσιο χρέος είναι μείζον ευρωπαϊκό ζήτημα

Του Δημήτρη Παπαδημούλη*

Η ελληνική κυβέρνηση και οι θεσμοί συμφώνησαν στο Eurogroup του περασμένου Μαΐου στον «οδικό χάρτη» για τη διευθέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο. Η παραδοχή από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το ΔΝΤ πως το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και η αναζήτηση άμεσων και μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνσή του, αποτελούν ένα από τα βασικά σημεία της συμφωνίας για το τρίτο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Οι θεσμοί αναγνώρισαν, μετά από πέντε χρόνια, πως απαιτείται αναπροσαρμογή τόσο του ετήσιου ύψους αποπληρωμής των τόκων, όσο και της ανάγκης να ληφθούν μέτρα που διευκολύνουν την ελληνική πλευρά να προσελκύσει με μεγαλύτερη ευκολία και ασφάλεια ιδιωτικές επενδύσεις. Η Κομισιόν, μέσω του αρμόδιου Επιτρόπου Μοσκοβισί και του Προέδρου Γιούνκερ, ο επικεφαλής του ESM Ρέγκλινγκ, αλλά και το ΔΝΤ, έχουν αναγνωρίσει την αναγκαιότητα ελάφρυνσης, με τη Γερμανία να παραμένει αντίθετη σε μια τέτοια προοπτική για καθαρά μικροπολιτικούς λόγους.

Η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει να παραπέμψει το ζήτημα στις καλένδες, διατηρώντας τις όποιες ισορροπίες έχουν απομείνει εντός του σχηματισμού CDU-CSU, τόσο υπό τον φόβο της αρνητικής στάσης που κρατούν για το ελληνικό ζήτημα τα ισχυρά συντηρητικά στοιχεία του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, όσο και από την πολιτική απειλή που συνιστά το ακροδεξιό AfD, που τείνει να παίξει καταλυτικό ρόλο στη Γερμανία, εν όψει των προεδρικών εκλογών το φθινόπωρο του 2017.

Ωστόσο, έχει ιδιαίτερη σημασία να τονίσουμε ότι το ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι αμιγώς ελληνικό ζήτημα, αλλά ευρύτερα ευρωπαϊκό. Οι μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία, αντιμετωπίζουν πολλά σοβαρά ζητήματα εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους τους, το οποίο αγγίζει, κατά μέσο όρο και για τα τρία κράτη-μέλη, το 109% περίπου του ΑΕΠ.

Το πρόβλημα του ευρωπαϊκού δημοσίου χρέους έχει τρεις βασικές διαστάσεις: Μια νομική, μια οικονομική και μια πολιτική διάσταση.

Η νομική διάσταση αφορά στην παραβίαση του όρου της Συνθήκης του Μάαστριχτ για απώτερο όριο δημοσίου χρέους στο 60% του ΑΕΠ από ένα μεγάλο τμήμα των κρατών-μελών της ΕΕ και της Ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι «ατμομηχανές» της ευρωπαϊκής οικονομίας – πλην της Γερμανίας-, σε συνδυασμό με τις ασφυκτικές δεσμεύσεις που απορρέουν από το κατ’ ευφημισμό Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Η Συνθήκη και το Σύμφωνο βρίσκονται σε σύγκρουση ως προς τις προβλέψεις τους, με την ανάγκη εξισορρόπησης των δύο προς όφελος της οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικής σταθερότητας να είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ.

Η οικονομική διάσταση αφορά στο βάρος εξυπηρέτησης ενός τόσο υψηλού χρέους, όχι μόνο για τις μικρές οικονομίες, αλλά και για τις μεγάλες. Οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Ευρωζώνη παραμένουν πολύ χαμηλοί, κινούμενοι σταθερά κάτω από το 1% κατά μέσο όρο από το 2012 και μετά, οι δημόσιες δαπάνες περικόπτονται, μεταξύ 10-25% συνολικά για τα κράτη-μέλη που βρέθηκαν ή βρίσκονται είτε σε καθεστώς δημοσιονομικής επιτήρησης είτε εφαρμόζουν πολιτικές λιτότητας, ενώ οι δημόσιοι προϋπολογισμοί συνεχώς αναπροσαρμόζονται προς τα πάνω, προκειμένου να εισρέουν χρήματα στα ταμεία για την εξυπηρέτηση, σε μεγάλο βαθμό, και των τόκων του χρέους.

Οι ασφυκτικές αυτές συνθήκες επηρεάζουν άμεσα την τρίτη διάσταση του ζητήματος, την πολιτική. Σε όλες τις παραπάνω χώρες της Ευρωζώνης, που αντιμετωπίζουν ζητήματα διαχείρισης χρέους και πολιτικών λιτότητας, παρατηρούνται φαινόμενα πολιτικής αστάθειας (π.χ. Ισπανία), ταχείας αποδυνάμωσης των κυβερνήσεων (Ιταλία), αύξησης της κοινωνικής ανησυχίας και κόπωσης μεγάλου τμήματος των κοινωνικών ομάδων (Πορτογαλία, Ελλάδα), παρά τις έντονες προσπάθειες για εξισορρόπηση των πολιτικών λιτότητας με πολιτικές που επιχειρούν την σταδιακή ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.

Κατά συνέπεια, η αναγνώριση από μέρους των θεσμών της μη βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους δεν πρέπει να αποτελεί μια επιλεκτική πολιτική ενός κράτους-μέλους, όπως η Ελλάδα, που πράγματι βρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική θέση, αλλά να αναγνωρισθεί ευρύτερα ότι και άλλες οικονομίες αντιμετωπίζουν ανάλογο ζήτημα εξυπηρέτησης και βιωσιμότητας χρέους. Ειδικά για τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες μπορούν να κινητοποιήσουν κεφάλαια, να ενδυναμώσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης στην πραγματική οικονομία, να ενισχύσουν την περιφερειακή ανάπτυξη και να καθησυχάσουν τις αγορές, και κατά συνέπεια να παρασύρουν ολόκληρη την Ευρωζώνη και την ευρωπαϊκή οικονομία, είναι απαραίτητο να ρυθμιστεί το ζήτημα του δημόσιου χρέους ως ένα μείζον θέμα για όλη την Ευρώπη.

Το γεγονός ότι μόνο η Γερμανία, από τις χώρες της Ευρωζώνης, βρίσκεται στις δέκα πρώτες πιο ανταγωνιστικές οικονομίες παγκοσμίως για άλλη μια χρονιά (2016), σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, θα πρέπει να προβληματίζει όχι μόνο την Κομισιόν και τους Ευρωπαίους ηγέτες, αλλά και την γερμανική ηγεσία.

Τα οικονομικά στοιχεία συγκλίνουν τα τελευταία χρόνια στο ότι η Γερμανία αναπτύσσεται σταθερά εις βάρος των υπόλοιπων ευρωπαϊκών οικονομιών, κάτι το οποίο προοπτικά δεν συμφέρει ούτε το ίδιο το Βερολίνο, τόσο σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, όσο και σε πολιτικό επίπεδο.

Η ρύθμιση του ελληνικού χρέους μέχρι το τέλους του 2016 θα πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο για ανάλογες ρυθμίσεις και σε άλλα κράτη-μέλη, με στόχο να καταστούν οι εθνικές οικονομίες και η Ευρωζώνη συνολικά μια ανταγωνιστική ήπειρος, με αυξημένα ποσοστά απασχόλησης και με ένα ισχυρό και σταθερό κράτος δικαίου.

*Ο Δημήτρης Παπαδημούλης είναι Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

12.10.2016

 

twitter Newsroom

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ facebook

Facebook Connection Faild

LINKS