Γραμματοσειρά

Μιλώντας σήμερα στον ρ/σ «Αθήνα 9.84» (Ν. Νώτη – Στ. Ζαχαρό), ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, επεσήμανε τα εξής:

Η ευκαιρία για μια λύση στο Κυπριακό δίκαιη και βιώσιμη, με δικοινοτική, διζωνική Ομοσπονδία, δεν πρέπει να χαθεί, γιατί η χειρότερη λύση για την Κύπρο και τον ελληνισμό είναι η εδραίωση της διχοτόμησης και της στρατιωτικής κατοχής του βορείου τμήματος της Κύπρου.

Χθες έγιναν κάποια βήματα στο θέμα του Κυπριακού. Το γεγονός ότι ορίστηκε νέα συνάντηση σε επίπεδο τεχνοκρατών και δεν υπήρξε ναυάγιο και αδιέξοδο είναι θετικό

Θα συνιστούσα σε κάποιους στην Αθήνα να μην το παίζουν «Κυπριακότεροι των Κυπρίων» στα θέματα αυτά. Διότι διάφοροι υπερπατριώτες ήταν αυτοί που χαντάκωσαν την Κύπρο με το χουντικό πραξικόπημα και άνοιξαν την πόρτα στον Αττίλα. Η χούντα και η ακροδεξιά που ανέτρεψε τον Μακάριο.

Ας διδαχθούμε και από το Σκοπιανό. Πριν 25 χρόνια υπήρχε η δυνατότητα με Μητσοτάκη πρωθυπουργό και Γκλιγκόροφ πρόεδρο των Σκοπίων, να βρεθεί ένας συμβιβασμός με μια σύνθετη ονομασία κοινής αποδοχής. Οι εθνικιστές των Σκοπίων, που σήμερα κυβερνούν τη γειτονική χώρα, και ο Αντώνης Σαμαράς από την Ελλάδα χέρι-χέρι τορπίλισαν αυτή τη λύση, υπονομεύοντας ο Σαμαράς τον Μητσοτάκη κι οι εθνικιστές των Σκοπίων τον Γκλιγκόροφ. Και χάθηκε αυτή η ευκαιρία. Και τώρα, 130 κράτη του ΟΗΕ έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα με το όνομα «Μακεδονία» σκέτο…

Χθες έγιναν κάποια βήματα. Το γεγονός ότι ορίστηκε νέα συνάντηση σε επίπεδο τεχνοκρατών και δεν υπήρξε ναυάγιο και αδιέξοδο είναι θετικό γεγονός. Όποιοι πίστευαν ότι θα λυνόταν μια κι έξω το θέμα, απλώς δεν γνωρίζουν το ζήτημα.

Θεωρώ επίσης χρήσιμο ο ρόλος της ΕΕ στην προσπάθεια για λύση να γίνει ενεργότερος. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εδώ και 12 χρόνια μέλος της ΕΕ και μια λύση στο ζήτημα πρέπει να έχει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά.

Ενεργότερος ο ρόλος Τσίπρα στα «αγκάθια» του Κυπριακού, ώστε να φανεί καθαρά στη διεθνή κοινότητα ότι η ελληνική ηγεσία είναι πιο έτοιμη να βοηθήσει από ό,τι ο Ερντογάν

Τα θέματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων είναι δύο από τα «αγκάθια» τα οποία παραμένουν ανοιχτά, κυρίως γιατί όπως αντιλαμβάνομαι η τουρκική πλευρά δεν είναι έτοιμη να κάνει τα βήματα που χρειάζονται. Εκεί θα ήθελα ενεργότερο ρόλο από τον Έλληνα πρωθυπουργό σε άριστη συνεργασία με τον Αναστασιάδη και με το ΑΚΕΛ, που θέλουν και οι δύο μια δίκαιη λύση, ώστε να φανεί καθαρά στη διεθνή κοινότητα ότι η ελληνική ηγεσία είναι πιο έτοιμη να βοηθήσει, από ό,τι ο Ερντογάν, που αποφεύγει και να εμφανιστεί.

Κατά τα άλλα, να υπογραμμίζουμε τις δυνατότητες και τις ελπίδες και να έχουμε εμπιστοσύνη στην ηγεσία των Κυπρίων. Νομίζω δε ότι θα πρέπει να εξαρθεί ιδιαίτερα η στάση του ΑΚΕΛ στο θέμα, το οποίο κρατά μια σταθερή γραμμή υπέρ μιας δίκαιης λύσης του Κυπριακού, ανεξάρτητα από το αν είναι στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση.

Παρά το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάνει πολλές φορές μια έξαλλη, μηδενιστική αντιπολίτευση σε άλλα θέματα στην κυβέρνηση Τσίπρα, στο Κυπριακό ζήτημα κρατά χαμηλούς τόνους για να είναι σε αντιστοιχία με τον κ. Αναστασιάδη. Και νομίζω ότι αυτό βοηθάει την κοινή προσπάθεια Αθήνας-Λευκωσίας.

Τα θέματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων απαιτούν βήματα για να φύγουμε από ένα παρωχημένο καθεστώς. Δεν νοούνται ξένα στρατεύματα κατοχής σε ένα ανεξάρτητο κράτος-μέλος της ΕΕ

Τα θέματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων απαιτούν βήματα για να φύγουμε από ένα παρωχημένο καθεστώς. Δεν νοούνται ξένα στρατεύματα κατοχής σε ένα ανεξάρτητο κράτος, που αν αύριο λυθεί το Κυπριακό θα είναι ένα επανενωμένο κράτος-μέλος της ΕΕ. Αυτό που θα μπορούσε κανείς να συζητήσει, και εκτιμώ ότι είναι το «κλειδί» για τη λύση, είναι τους ρυθμούς, τη μεταβατική περίοδο μέσα στην οποία θα πάψουν να υπάρχουν στρατεύματα κατοχής και θα αντικατασταθούν από διεθνές αστυνομικό σώμα, το οποίο θα εξασφαλίζει την ασφάλεια και την ομαλή μετάβαση, με έναν τρόπο με τον οποίο θα νιώθουν άνετα και οι δύο κοινότητες. Το σύστημα των εγγυήσεων του ’60 είναι επίσης παρωχημένο: Τουρκία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο. Χρειάζεται να αντικατασταθεί από εγγυήσεις που δίνει ο ΟΗΕ και η ΕΕ.

Όσοι τρέχουν να βρουν εμπόδια και προβλήματα θα πρέπει να πάρουν μια καθαρή θέση. Εμπιστεύονται ή όχι τον Αναστασιάδη και την κυπριακή ηγεσία; Και προτιμούν μήπως τη λύση της διχοτόμησης και της εδραίωσης της στρατιωτικής κατοχής; Προτιμούν τα σύνορα ΕΕ-Τουρκίας να είναι το τοίχος της Λευκωσίας; Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας…

Αν και οι δύο πλευρές εργαστούν με διάθεση αμοιβαίων υποχωρήσεων, τότε οι εναπομείνασες διαφορές θα είναι εφικτό να γεφυρωθούν ενδεχομένως μέχρι και τον Φεβρουάριο. Αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση

Είναι ανάγκη όλες οι πλευρές να συμβάλλουν, έτσι ώστε οι εναπομείνασες διαφορές να γεφυρωθούν και να προχωρήσουμε στην ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης αλλά και στο τι θα γίνει μετά το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.

Μένουν τρία θέματα που δεν έχουν ακόμη κλείσει από τα προαπαιτούμενα για τη 2η αξιολόγηση: το δημοσιονομικό για το 2018, μια μικρή απόσταση μεταξύ Ελλάδας-δανειστών, τα ενεργειακά και τα εργασιακά, με αιχμή την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων . Εκτιμώ πως αν και οι δύο πλευρές εργαστούν με διάθεση αμοιβαίων υποχωρήσεων, τότε οι εναπομείνασες διαφορές θα είναι εφικτό να γεφυρωθούν ενδεχομένως μέχρι και τον Φεβρουάριο, αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση. Δεν υποτιμώ τις υπάρχουσες δυσκολίες, είναι όμως απείρως μικρότερες από αυτές της 1ης αξιολόγησης και νομίζω ότι είναι κοινό συμφέρον Ελλάδας και δανειστών να μην υπάρξει εμπλοκή ή μακρόχρονη καθυστέρηση.

Το θέμα, που είναι και το πιο δύσκολο από τα τρία εναπομείναντα προαπαιτούμενα, είναι το πώς θα προχωρήσουμε μετά το τέλος του μνημονίου σε ό,τι αφορά το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που πρέπει να κατατεθεί. Εκ των πραγμάτων αυτά τα θέματα συζητούνται και συνδέονται μεταξύ τους, ωστόσο τα ξεχωρίζω γιατί σε ό,τι αφορά στο τι θα γίνει στα επόμενα χρόνια εκεί οι διαφορές είναι κυρίως μεταξύ των δανειστών. Το ΔΝΤ θέλει μεγαλύτερη ελάφρυνση του χρέους με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, των οποίων η αποσαφήνιση εκκρεμεί, και θέλει και χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα από τους Ευρωπαίους δανειστές.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει πετύχει –και δεσμευτεί γι’ αυτό- πλεονάσματα της τάξης του 3,5% και μετά το 2018 για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Η προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Στουρνάρα είχε υπογράψει πρωτογενή πλεονάσματα για αυτήν την περίοδο της τάξης του 4,5%. Τώρα, όμως, και ο Μητσοτάκης και ο Στουρνάρας έχουν αλλάξει γνώμη και συμφωνούν με την κυβέρνηση Τσίπρα στο ότι είναι καλό να χαμηλώσουμε κι άλλο τα πρωτογενή πλεονάσματα, ώστε να μπορέσουμε να ελαφρύνουμε φορολογία και ασφαλιστικές εισφορές, τονώνοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, και να δώσουμε χαρακτηριστικά διατηρησιμότητας στην ανάπτυξη, που όλοι προβλέπουν για τα έτη ’17, ’18 και ’19.

Η καθυστέρηση, οι πονηρές δηλώσεις και το «blame game» δεν εξυπηρετούν κανέναν, ούτε την Ελλάδα ούτε την Ευρώπη. Πρέπει όλοι να τρέξουμε και να εργαστούμε για να μη χαθεί το θετικό momentum για την ελληνική οικονομία

Εδώ λοιπόν θα πρέπει να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ Σόιμπλε και ΔΝΤ. Από τη στιγμή που ο Σόιμπλε θέλει οπωσδήποτε το ΔΝΤ με πλήρη συμμετοχή, και χρηματοδοτική, θα πρέπει να κάνει κάποια βήματα η γερμανική πλευρά για να συναντηθούν στα μισά του δρόμου με το ΔΝΤ. Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, αυτό που ζητείται είναι ο μεγαλύτερος προσδιορισμός -με μεγαλύτερη δέσμευση- των μέτρων που θα εξασφαλίσουν νοικοκυρεμένα δημόσια οικονομικά και πρωτογενή πλεονάσματα και για τα έτη ’19, ’20 κι επέκεινα που δεν θα υπάρχει μνημόνιο. Η ιδέα να νομοθετηθούν από τώρα αυτά τα μέτρα είναι αδιανόητο να γίνει δεκτή από οποιαδήποτε δημοκρατική χώρα κράτος-μέλος της ΕΕ και γι’ αυτό ακριβώς είναι πολλοί μέσα στο στρατόπεδο των δανειστών που δεν την υιοθετούν.

Πιστεύω ότι η περιοχή του συμβιβασμού θα μπορούσε να βρεθεί ως εξής: Αν πετύχουμε, όπως πιστεύει η Ελλάδα και η πλειονότητα των δανειστών, τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018, τότε θα μπορούμε για τα επόμενα χρόνια να συζητήσουμε και το χαμήλωμα των πρωτογενών πλεονασμάτων και ό,τι φεύγει ως απαίτηση από τα πρωτογενή πλεονάσματα να πηγαίνει για φορολογική ελάφρυνση ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων που δημιουργούν απασχόληση, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα.

Και η Ελλάδα να δεσμευτεί από την άλλη πλευρά ότι αν δεν επιτευχθεί αυτός ο στόχος και πέσει μέσα, ίσως για πρώτη φορά, το ΔΝΤ και τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι πολύ χαμηλότερα, της τάξης του 1,5%, τότε να υπάρχει και μετά το 2018 ο -ήδη νομοθετημένος για τα έτη μέχρι και το 2018- «κόφτης», ο οποίος θα προσδιορίζει τις περιοχές των δαπανών όπου θα εξοικονομηθούν ποσά, ώστε να υπάρχει ο διορθωτικός μηχανισμός.

Η καθυστέρηση, οι πονηρές δηλώσεις και το «blame game» δεν εξυπηρετούν κανέναν, ούτε την Ελλάδα ούτε την Ευρώπη. Πρέπει όλοι να τρέξουμε και να εργαστούμε για να μη χαθεί το θετικό momentum για την ελληνική οικονομία.

13.1.2017

 

twitter Newsroom

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ facebook

Facebook Connection Faild

LINKS