Γραμματοσειρά

Σε σημερινή του συνέντευξη στον ρ/σ «Στο Κόκκινο» (Γ. Τραπεζιώτη – Πρ. Αγγελόπουλο) ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, επεσήμανε τα ακόλουθα:

Τελικά, πετυχαίνουμε το μηδενικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, με μέτρα και αντίμετρα που να μην επιβαρύνουν στην ουσία κανέναν περισσότερο από όσο έχει ήδη επιβαρυνθεί μέχρι σήμερα;

Αυτό είναι το συμφωνημένο πλαίσιο του Eurogroup της Μάλτας. Αυτό που χρειάζεται τώρα να γίνει είναι να συμφωνηθεί και η ελάφρυνση του χρέους με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου και να μην υπάρξουν σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι μέρος του πακέτου, περαιτέρω καθυστερήσεις. Είναι επίσης απαραίτητο, προκειμένου να ολοκληρωθεί στο Eurogroup της 22ας Μαΐου – ή και νωρίτερα, ακόμα καλύτερα- η 2η αξιολόγηση. Το επόμενο βήμα είναι η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης, που θα φέρει πτώση του επιτοκίου για τα ομόλογα του Δημοσίου και κυρίως μεγάλη μείωση των επιτοκίων δανεισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί η πρώτη προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι η προσέλκυση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων για την ταχύτερη μείωση της ανεργίας.

Δεύτερη προτεραιότητά μας, που συνδέεται και με το θέμα μέτρα-αντίμετρα, είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής που θα επιτρέψει να πιάσουμε τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους, με ταυτόχρονη ελάφρυνση όσων υπερφορολογούνται από τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και ένα μεγάλο κομμάτι από τα μεσαία στρώματα. Το καλό είναι ότι το 2016, που είχαμε συμφωνημένο στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% θα «κλείσει» -και θα ανακοινωθεί επίσημα μέσα στις επόμενες μέρες από τη Eurostat- ίσως και σε εξαπλάσιο επίπεδο, δηλαδή αντί για μισό θα έχουμε 3%. Όλοι θεωρούν ότι ο στόχος για το δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2017 που είναι 1,75% θα επιτευχθεί, παρά τη ζημιά που προκάλεσε το τρενάρισμα της ολοκλήρωσης της συμφωνίας και της αξιολόγησης.

Και για να εφαρμοστούν στο 100% μέτρα-αντίμετρα, που έχουν ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, πρέπει να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2018 που είναι 3,5 %, κάτι το οποίο θεωρώ εφικτό. Προϋπόθεση, να μην υπάρξει καθυστέρηση στην εκτέλεση της υποχρέωσης των δανειστών, που είναι η περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους. Και έχω την εντύπωση ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε, ώστε να βρεθεί ο συμβιβασμός που θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε μπροστά.

Στη φάση αυτή μπορούμε να πιστεύουμε ότι οι δανειστές θα σταματήσουν να «παίζουν καθυστερήσεις», που είδαμε να συμβαίνει το προηγούμενο διάστημα;

Αίτημα πολλών παραγόντων και όχι μόνο της ελληνικής πλευράς είναι να σταματήσουν οι καθυστερήσεις για να ολοκληρωθεί το πακέτο της συμφωνίας. Είναι σαφές ότι τώρα πια το μπαλάκι βρίσκεται στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους, καθώς τα δημοσιονομικά έχουν συμφωνηθεί, και των ρεαλιστικών πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018. Η εκτίμησή μου είναι ότι η υπερβολική απαίτηση Σόιμπλε για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για 10 χρόνια θα φύγει από το τραπέζι και θα πετύχουμε κάτι καλύτερο.

Θυμίζω ότι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ είχαν υπογράψει για πρωτογενή πλεονάσματα 6,5%, η κυβέρνηση Παπανδρέου, και 4,5%, η κυβέρνηση Σαμαρά-Στουρνάρα-Βενιζέλου. Εμείς προσπαθούμε το 3,5% να διαρκέσει όσο το δυνατόν λιγότερο και να κατέβει και πιο κάτω, για να έχουμε διατηρήσιμη ανάπτυξη. Πιστεύω επίσης ότι η άποψη που είχε αρχικά ο Σόιμπλε, ότι δηλαδή δεν χρειάζεται προσδιορισμός και αποσαφήνιση από τώρα των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, που θα εφαρμοστούν μετά το τέλος του μνημονίου έχει ήδη ηττηθεί, δεν την επαναλαμβάνει καν πλέον.

Έχω την αίσθηση ότι οι συναντήσεις Μέρκελ-Λαγκάρντ έχουν οδηγήσει σε ένα είδος προσυμφώνου που να επιτρέπει και στο ΔΝΤ τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα, με μία θετική εισήγηση τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, αλλά και στη γερμανική πλευρά να μην έχει το ελληνικό θέμα ψηλά στην ατζέντα της προεκλογικής περιόδου. Και μας βοηθάει σε αυτή την εξέλιξη, στην οποία κινούμαστε αλλά θα πρέπει πρώτα να «κλειδώσει», το γεγονός ότι εκτός από τη σταθερή στήριξη που έχουμε μέσα στη γερμανική κοινωνία από την Αριστερά και τους Πράσινους, το τελευταίο διάστημα και οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες έστειλαν σήμα στη Μέρκελ, μαζί και με τον Τσίπρα, του τύπου «μάζεψε κάπως τον Σόιμπλε, γιατί πάει να ανατινάξει την Ευρωζώνη».

Ωστόσο, την τελευταία δήλωση Σουλτς σε συνέντευξή του στους ξένους ανταποκριτές στο Βερολίνο κάποιοι την ερμηνεύουν ως στροφή του στο γερμανικό κοινό, λέγοντας ότι η Ελλάδα κινδυνεύει ενδεχομένως να βγει και από την Ευρωζώνη αν δεν εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις. Πώς το σχολιάζετε;

Δεν με εκπλήσσει αυτό, γιατί οι ίδιες δηλώσεις του Σουλτς, από τη μεν «Build» παρουσιάστηκαν ως «ο Σουλτς στηρίζει τους Κόκκινους της Αθήνας», ενώ από κάποια ΜΜΕ στην Ελλάδα, που αντιπολιτεύονται λυσσασμένα τον ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάστηκαν ως «ο Σουλτς στρέφεται εναντίον της Αθήνας». Η πραγματικότητα είναι η εξής: Ως υποψήφιος καγκελάριος ο Σουλτς θα μιλάει πιο προσεκτικά για την Ελλάδα, από ό,τι μιλούσε ως πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, όπου ήταν πολύ πιο θετικές οι δηλώσεις του, γιατί ήδη δέχεται επίθεση από τη δεξιά πτέρυγα των Χριστιανοδημοκρατών ότι στηρίζει περισσότερο τους Κομμουνιστές της Αθήνας από τους Γερμανούς φορολογούμενους.

Όλοι έχουν εκλογές και προεκλογική ατζέντα και εκ των πραγμάτων παίζονται και παιχνίδια σκοπιμότητας. Γνώμη μου είναι ότι οι συμμαχίες που επιδιώκουμε με Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους είναι καλές και μας βοηθούν γιατί δημιουργούμε ερείσματα, σπάζοντας το φράγμα της απομόνωσης. Αλλά δε θα μας σώσουν οι ξένοι και οι δηλώσεις τους. Πρέπει εμείς να δουλέψουμε αποτελεσματικότερα και ταχύτερα για να τελειώνουμε με την επιτροπεία. Και αυτή είναι η εντολή της κυβέρνησης Τσίπρα και ο στόχος του ΣΥΡΙΖΑ, όπως τον προσδιορίζει με σαφήνεια και η απόφαση της τελευταίας μας Κ.Ε.

Για να γίνει αυτό όμως και να βγάλουμε εμείς τη χώρα από την κρίση, θα πρέπει τον Αύγουστο του 2018, που τελειώνει το 3ο μνημόνιο, να έχουμε διατηρήσιμη ανάπτυξη στη θέση της ύφεσης, ταχύτερη μείωση της ανεργίας, να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα στην καταπολέμηση της διαφθοράς, της γραφειοκρατίας και της φοροδιαφυγής, παθογενειών που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία, και την ίδια ώρα να ενισχύσουμε με σταθερά βήματα το κοινωνικό κράτος που στην Ελλάδα είναι τραγικά αδύναμο και έχει υποστεί ακόμα μεγαλύτερο πλήγμα στα μνημονιακά χρόνια της μεγάλης κρίσης. Αυτός είναι ο στόχος μας και αυτό θα το πετύχουμε εμείς. Υπάρχει μια τάση στην ελληνική κοινωνία από παλιά να περιμένουμε να μας σώσουν οι ξένοι, που στην καλύτερη περίπτωση αποδείχθηκαν οπτασίες και ψευδαισθήσεις. Χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση, δουλειά και αύξηση των απαιτήσεών μας από τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Από την ενασχόληση μόνο με τη διαπραγμάτευση, όπου όλο το υπουργικό συμβούλιο κι όλο το κόμμα ασχολείται και αξιολογεί τι κάνουν οι Τσίπρας, Τσακαλώτος, Αχτσιόγλου και Χουλιαράκης, να πάμε στο έκαστος εφ ω ετάχθη. Και αυτό αφορά τους πάντες: Υπουργούς, κομματικά στελέχη, διοικητές οργανισμών, βουλευτές, ευρωβουλευτές και οργανώσεις. Ο κόσμος δεν περιμένει από εμάς θαύματα, αλλά περιμένει βελτίωση της καθημερινότητάς του και ο καθένας να κάνει τη δουλειά του στον τομέα που έχει αναλάβει.

Όλη αυτή η υπόθεση της Ελλάδας δεν έχει κουράσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μερικούς; Δεν θεωρούν ότι η Ελλάδα έχει πιεστεί πολύ και έχει κάνει περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα και άρα έχουμε κάνει το χρέος μας;

Πρέπει να πάψουμε να αποτελούμε θέμα ειδικής συζήτησης και να τελειώνουμε με τα μνημόνια και την επιτροπεία. Αλλά σε ό,τι αφορά στο κλίμα που υπάρχει στο Ευρωκοινοβούλιο, έχετε την εικόνα. Πριν μια εβδομάδα έγινε συζήτηση στην Ολομέλεια του ΕΚ και η μεγάλη πλειοψηφία των ομιλητών, όχι μόνο από την Αριστερά, τους Πράσινους, τους Σοσιαλιστές αλλά και από άλλες πολιτικές ομάδες, με τη θλιβερή εξαίρεση ορισμένων ευρωβουλευτών της ΝΔ και της κας Καϊλή, είχαν υποστηρικτική ή ευμενώς ουδέτερη στάση απέναντι στην Ελλάδα.

Και αυτός είναι καρπός της συστηματικής μας προσπάθειας στο Ευρωκοινοβούλιο για να διευρύνουμε τα ερείσματά μας και να εξηγήσουμε τι έχει τραβήξει αυτή η χώρα κι αυτός ο λαός και να προβάλουμε τις αλλαγές που έχουν γίνει. Είναι κοινό συμφέρον -δικό μας και των δανειστών- να τελειώνουμε με τα μνημόνια. Κανείς δεν ζητά 4ο μνημόνιο από την Ελλάδα, αν και ορισμένοι το θέλουν για μικροπολιτικούς λόγους και το κρύβουν και αναφέρομαι στη ΝΔ, και οι δανειστές μας δεν μας το προσφέρουν.

Άρα, πρέπει τους επόμενους μήνες μέχρι τον Αύγουστο του 2018, που είναι λιγότερο από 1,5 χρόνος, να ανεβάσουμε κατά πολύ την ταχύτητα της αποτελεσματικότητας. Βγαίνω από το μνημόνιο σημαίνει ότι μπορώ να δανείζομαι με ένα λογικό επιτόκιο από τις αγορές και να μην έχω ανάγκη τον κάθε Σόιμπλε. Σημαίνει επίσης ότι βγαίνω από τη μηχανική υποστήριξη της εντατικής των μνημονίων, που οδηγούν σε φαλκίδευση τη Δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία.

Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να έχουμε πολύ πιο αποτελεσματική κυβέρνηση, αλλά και ένα πολύ πιο ανοιχτό, μαζικό και λιγότερο φοβικό κόμμα, που να μη φοβάται να βγαίνει να μιλάει με τον κόσμο, και να μην αντιδρά ενοχικά όταν του επιτίθενται αυτοί που χρεοκόπησαν και ρήμαξαν τη χώρα. Μιλάμε τώρα για ένα δημοσιονομικά ισορροπημένο πακέτο 3,6 δισ. και μας κάνουν κριτική αυτοί που επέβαλαν στα 4 χρόνια ένα μονομερές υφεσιακό πακέτο 62 δισ. Μην τρελαθούμε λοιπόν. Γι’ αυτό και είμαι πολύ απέναντι σε μια ενοχική συμπεριφορά των δικών μας ανθρώπων.

Όταν καλούμαστε να μιλήσουμε στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση και μας επιτίθενται δημοσιογράφοι που ευλογούσαν τους Νεοδημοκράτες και τους Πασοκτζήδες -ορισμένοι από αυτούς ήταν και στα γραφεία Τύπου των υπουργών- ή Νεοδημοκράτες και Πασόκοι, που εκπροσωπούν τα κόμματα που χρεοκόπησαν τη χώρα, δεν μπορώ να βλέπω τους δικούς μας να αντιδρούν υποτονικά και ενοχικά. Αν εμείς δεν πιστεύουμε και δεν προβάλλουμε με πειστικότητα, επιχειρήματα και πάθος το δίκιο και την αλήθεια μας, ακόμη κι όταν παίζουμε εκτός έδρας και με πουλημένο διαιτητή, πώς περιμένουμε να πάρει τα πάνω του ο κόσμος και να ξανακερδίσουμε τους απογοητευμένους;

Αυτό που λέμε λοιπόν είναι συσπείρωση, αντεπίθεση, τεκμηρίωση -αναφορικά με τον λόγο του κόμματος-, συνοχή, αλληλεγγύη και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και συντονισμός και στην κυβέρνηση. Γνώμη μου είναι ότι αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα τεθεί θέμα με ποιον τρόπο και με ποιες αλλαγές, όπου χρειάζεται, θα πετύχουμε μέχρι το τέλος του μνημονίου τους στόχους που έχουμε θέσει.

12.4.2017

 

twitter Newsroom

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ facebook

Facebook Connection Faild

LINKS