Γραμματοσειρά

Σε συνέντευξή του στον ρ/σ «Ραδιόφωνο 24/7» (Στ. Τζανάκη – Γ. Μελιγγώνη), ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, επεσήμανε τα ακόλουθα:
Στόχος μας η καλύτερη δυνατή λύση στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου
Ο στόχος είναι να έχουμε την καλύτερη δυνατή λύση, με τον σαφέστερο δυνατό προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους, στο επόμενο Eurogroup της 15ης Ιουνίου. Τα μέτρα αυτά, που θα εφαρμοστούν μετά το τέλος του μνημονίου, έχει συμφωνηθεί να προσδιοριστούν από τώρα, προκειμένου να έχουμε έναν καθαρό οδικό χάρτη για την ελάφρυνση του χρέους.
Αυτό είναι απαραίτητο, προκειμένου να γίνει κάτι που το θέλουν και οι Έλληνες και οι δανειστές: Το τρίτο μνημόνιο να είναι και το τελευταίο και μετά τον Αύγουστο του ’18 να μπορούμε, πρώτον να δανειζόμαστε με λογικά επιτόκια από τις αγορές όπως όλοι οι άλλοι χωρίς μνημόνια και δάνεια, και δεύτερον να υπαγόμαστε πια όχι στην άγρια επιτροπεία του ΔΝΤ και του κουαρτέτου, αλλά στους κανόνες που ισχύουν για όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.
Όσο συντομότερα κλείσει η συμφωνία, τόσο το καλύτερο. Με όσους μιλάω σε κορυφαίο επίπεδο, όλοι δηλώνουν μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Όλοι θέλουν λύση. Αλλά το ζητούμενο πια, επειδή έχουμε ακούσει πολλά κι έχουμε υποστεί αρκετές οδυνηρές διαψεύσεις, είναι να έχουμε συγκεκριμένα, γραπτά αποτελέσματα.
Αν οι εκλογές στη Γερμανία είχαν ήδη γίνει και δεν ήταν τον Σεπτέμβρη, τη λύση θα την είχαμε από τις 22 Μαΐου
Νομίζω ότι αυτό είναι συμφέρον τόσο της Ελλάδας, όσο και της Ευρωζώνης. Γι’ αυτό υπάρχουν και ισχυροί παίκτες, που πιέζουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν είναι μόνο η Γαλλία κι η Ιταλία, αλλά και η Κομισιόν. Ακόμα και ο Ντράγκι χθες, με τον τρόπο του, πίεσε ως κεντρικός τραπεζίτης για μια συμφωνία στις 15 Ιουνίου.
Είπε μάλιστα χαρακτηριστικά ότι «αυτή τη στιγμή, αυτό που περιμένει η ΕΚΤ είναι μια συμφωνία, που να καθιστά το ελληνικό χρέος βιώσιμο». Πρόσθεσε δε ότι η Ποσοτική Χαλάρωση απαιτεί την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης και τη συμφωνία για τα μεσοπρόθεσμα, αλλά επιπλέον απαιτεί και μία ανεξάρτητη αξιολόγηση, που θα κάνει αμέσως το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Άρα εδώ το τοπίο, αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα της Ποσοτικής Χαλάρωσης, είναι αρκετά θολό, καθώς είναι κάτι που θα έρθει μεν, αλλά δε νομίζω πως θα έρθει αύριο.
Αν οι εκλογές στη Γερμανία είχαν ήδη γίνει και δεν ήταν τον Σεπτέμβρη, τη λύση θα την είχαμε από τις 22 Μαΐου.
Σόιμπλε και Τόμσεν αθροίζουν, διαφωνώντας μεταξύ τους, ανελαστικότητες και αναβλητικότητες, που λειτουργούν προσθετικά σε βάρος της Ελλάδας
Νομίζω ότι οι κύριοι Σόιμπλε και Τόμσεν αθροίζουν, διαφωνώντας μεταξύ τους, ανελαστικότητες και αναβλητικότητες, οι οποίες όμως τελικά λειτουργούν προσθετικά και πολλαπλασιαστικά σε βάρος της Ελλάδας και της ελληνικής οικονομίας. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ένα συμφωνημένο παιχνίδι ή μια εμμονή. Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που η Ελλάδα έχει κάνει πράξη τις δεσμεύσεις της, να υλοποιήσουν και οι δανειστές τις δικές τους δεσμεύσεις.
Είναι παράλογο να δεσμεύεται η Ελλάδα, ακόμα και μετά το ΄18, σε μέτρα που τα ζήτησε μόνο το ΔΝΤ, την ώρα που το Ταμείο, το οποίο τυπικά μετέχει στο πρόγραμμα από τον Ιούλιο του ’15 και είχε δεσμευτεί ότι θα οριστικοποιήσει την οικονομική του συμμετοχή τον Μάιο του ‘16, να είναι ακόμα στο «δεν ξέρω, ενώ πλέον έχουμε φτάσει στα τέλη του Μάη του ’17.
Ορισμένα από τα καψόνια που γίνονται στους Έλληνες, είναι σκηνές από τα προσεχώς για το πώς μια γερμανοκρατούμενη Ευρώπη θέλει να αντιμετωπίσει και την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και τη Γαλλία
Έχουμε δυο παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στην καλή λύση, που χρειάζεται αυτή τη στιγμή η Ελλάδα και η Ευρωζώνη. Ο ένας είναι οι εκλογές στη Γερμανία και το γεγονός ότι κάποιοι υποτάσσουν στις δικές τους εκλογικές σκοπιμότητες την ατζέντα του ελληνικού προβλήματος. Και ο δεύτερος είναι κάποιες αλλαγές ισορροπιών μέσα στο ΔΝΤ, που φέρνει η διοίκηση Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση, κανείς στις Βρυξέλλες δεν κατηγορεί την Ελλάδα για τις καθυστερήσεις.
Αντιθέτως, την περασμένη εβδομάδα ένας από τους κορυφαίους Πορτογάλους ευρωβουλευτές που ανήκει στη Δεξιά, ο κ. Ρανγκέλ, άσκησε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση του Βερολίνου. Κι αυτό γιατί ορισμένα από τα καψόνια που γίνονται στους Έλληνες αυτή την περίοδο, είναι σκηνές από τα προσεχώς για το πώς μια γερμανοκρατούμενη και δεξιοκρατούμενη Ευρώπη βλέπει και θέλει να αντιμετωπίσει και την Ιταλία και την Ισπανία και την Πορτογαλία και τη Γαλλία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήταν από το ξεκίνημα πολύ θετική η συμβολή, πέραν της Ιταλίας, και της Γαλλίας στο να υπάρξει λύση. Σε αυτό μάλιστα συνηγορεί και η απόφαση Μακρόν να έρθει στην Ελλάδα αυτή την περίοδο, για να στηρίξει αυτή την ανάγκη.
Αυτή την ώρα θα έπρεπε να υπάρχει ένα εθνικό μέτωπο για το χρέος, που θα εκφράζεται με σαφή και ρητό τρόπο προς όλες τις κατευθύνσεις
Θεωρώ ότι ο καλύτερος τρόπος για να παλεύουμε και να λύνουμε προβλήματα είναι με το να μιλάμε με ειλικρίνεια, με το να κάνουμε ακριβείς διαγνώσεις της δυναμικής και του συσχετισμού των δυνάμεων -επισημαίνοντας τα θετικά και τα αρνητικά- και με το να αξιολογούμε κάτι αφού το «κλειδώσουμε».
Το πηγάδι, στο οποίο μας έριξαν η χρεοκοπία και τα μνημόνια, είναι πολύ πιο βαθύ απ’ ό,τι λογαριάζαμε. Οι δυσκολίες που βρίσκουμε -και εντός και εκτός Ελλάδας- για να βγούμε από αυτό είναι επίσης μεγαλύτερες από αυτές που περιμέναμε. Αυτή την ώρα θα έπρεπε να υπάρχει ένα εθνικό μέτωπο για το χρέος, που θα εκφράζεται με σαφή και ρητό τρόπο προς όλες τις κατευθύνσεις.
Θα περίμενα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, από τη στιγμή που έκανε στροφή και από εκεί που σιωπούσε για το χρέος αποφάσισε να πει μια θετική κουβέντα, να κάνει και το επόμενο βήμα, προκειμένου να πείσει για την ειλικρίνεια αυτής του της προσπάθειας: Να σηκώσει το τηλέφωνο και να ζητήσει και αυτός να μιλήσει με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, λέγοντάς τους ότι αυτά που ζητά ο Τσίπρας -και τα οποία υποστηρίζει και ο Στουρνάρας- είναι η γραμμή της Ελλάδας και τη στηρίζει και η ΝΔ.
Παρά τις μεγάλες μας διαφορές, στα σημαντικά θέματα πρέπει να υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας. Αν δε λειτουργήσουν τώρα αυτοί οι δίαυλοι, με εκλογίκευση του πολιτικού ανταγωνισμού και της αντιπαράθεσης, τότε πότε; Είναι καιρός το δημόσιο συμφέρον να πρυτανεύσει του στενά κομματικού, γιατί ζούμε στην ίδια χώρα και αυτό που θα πετύχει η Ελλάδα για το χρέος με κυβέρνηση Τσίπρα όσο καλύτερο είναι, τόσο πιο ευνοϊκό έδαφος θα έχουν όλοι οι Έλληνες και όλες οι μελλοντικές κυβερνήσεις.
Καταλαβαίνουμε όλοι ότι εάν μετά το 2022 καταφέρουμε να κατέβουν τα πρωτογενή πλεονάσματα από το 3,5% στο 2% περίπου, πόσος δημοσιονομικός χώρος δημιουργείται για τις επόμενες δεκαετίες και για ανάπτυξη και για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Ας το συγκρίνουμε αυτό με το γεγονός ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν υπογράψει για την ίδια περίοδο πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 4,2% και 4,5%. Άρα αυτός είναι στόχος για τον οποίοι όλοι -πραγματικά και όχι υποκριτικά- πρέπει να φορέσουν τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος.
Όσο πιο δυνατό και καθαρό είναι το εσωτερικό μέτωπο, τόσα περισσότερα θα καταφέρουμε
Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης σηκώσει το τηλέφωνο και μιλήσει με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, με τους ηγέτες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης που κινούνται στον ίδιο πολιτικό χώρο, στηρίζοντας την εθνική γραμμή για το χρέος, τότε νομίζω ότι μπορεί να προετοιμαστεί με τους κατάλληλους δίαυλους επικοινωνίας ακόμα και μια σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, που θα μπορούσε να επικυρώσει αυτή την εθνική γραμμή.
Χρειάζεται ωστόσο αρχικά μια προετοιμασία, γιατί μια σύσκεψη που θα οδηγούσε σε μια συσπειρωμένη φωνή που να εκφράζει το 100% των Ελλήνων υπέρ μιας λύσης για το χρέος θα ήταν επιτυχία. Στον αντίποδα, μια σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών με αλληλοκατηγορίες θα ήταν ζημιογόνα και προτιμότερο να μη γίνει. Η κυβέρνηση, με τις δυνάμεις που έχει, προσπαθεί να χτίσει γύρω από αυτόν τον στόχο τις ευρύτερες δυνατές συμμαχίες και όλοι βλέπουν ότι έχουμε μεγάλα εμπόδια. Αλλά δεν είμαστε μόνοι, γιατί έχουμε ισχυρές συμμαχίες. Όσο πιο δυνατό και καθαρό είναι το εσωτερικό μέτωπο, τόσα περισσότερα θα καταφέρουμε. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης να ακούει περισσότερο τον Δένδια και όχι τον Γεωργιάδη.
Όταν έχουμε προβλήματα, όπως η ανεργία και η ύφεση, το τελευταίο που έχουμε ανάγκη είναι να καθιστούν ορισμένοι -για μικροπολιτικούς λόγους- την τρομοκρατία ρυθμιστικό παράγοντα στα πολιτικά μας πράγματα. Το να κατηγορεί κανείς ένα μεγάλο κόμμα, που σήμερα κυβερνά τη χώρα, ότι στηρίζει ή ανέχεται την τρομοκρατία -με αφορμή την άθλια επίθεση εναντίον του Παπαδήμου- είναι τραγικά ανεύθυνο και λυπάμαι που υπήρξαν πολιτικά πρόσωπα και δημοσιογράφοι, που «έπαιξαν αυτό το χαρτί».

30.5.2017

 

twitter Newsroom

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ facebook

Facebook Connection Faild

LINKS