Γραμματοσειρά

· Συνυπογράφουν 17 ευρωβουλευτές από Αριστερά, Σοσιαλιστές και Πρασίνους.

Άρθρο αναφορικά με την εμπορική συμφωνία CETA, συνυπογράφουν 17 Ευρωβουλευτές από τρεις πολιτικές ομάδες (Ευρωομάδα της Αριστεράς, Σοσιαλιστές, Πράσινοι) που ανήκουν στην Προοδευτική Συμμαχία (Progressive Caucus) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και συγκεκριμένα οι Marie Arena (S&D, Bέλγιο), Guillaume Balas (S&D, Γαλλία), Hugues Bayet (S&D, Βέλγιο), Sergio Cofferati (S&D, Ιταλία), Fabio De Masi (GUE/NGL, Γερμανία), Yannick Jadot (Greens/EFA, Γαλλία), Eva Joly (Greens/EFA, Γαλλία), Στέλιος Κούλογλου (GUE/NGL, Ελλάδα), Curzio Maltese (GUE/NGL, Ιταλία), Florent Marcellesi (Greens/EFA, Ισπανία), Emmanuel Maurel (S&D, Γαλλία), Anne–Marie Mineur (GUE/NGL, Ολλανδία), Δημήτρης Παπαδημούλης (GUE/NGL, Ελλάδα), Georgi Pirinski (S&D, Βουλγαρία), Marc Tarabella (S&D, Bέλγιο), Ernest Urtasun (Greens/EFA, Ισπανία), Monika Vana (Greens/EFA, Αυστρία).

Το άρθρο δημοσιεύεται στον βέλγικο, γαλλικό και γενικότερα ευρωπαϊκό Τύπο, με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στο ζήτημα της διαπραγμάτευσης για την εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Καναδά.

Πιο συγκεκριμένα, οι Ευρωβουλευτές που συνυπογράφουν το άρθρο αναρωτιούνται «πώς μπορεί η CETA να είναι μια προοδευτική συμφωνία» τη στιγμή που, όπως τονίζουν, αν ήταν όντως «θα είχε τύχει διαπραγμάτευσης με διαφανή τρόπο και η δημοκρατία δεν θα είχε υπονομευθεί ήδη από την προκαταρκτική διαδικασία».

Επίσης, οι 17 Ευρωβουλευτές μεταξύ άλλων αποδομούν το κύριο επιχείρημα των υποστηρικτών της CETA, επικαλούμενοι αναλύσεις που κάνουν λόγο για αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις και πάνω από 200.000 χαμένες θέσεις εργασίας σε όλη την ΕΕ, σε περίπτωση εφαρμογής της συμφωνίας CETA.

Αναδημοσιεύσεις-Links του άρθρου, ενδεικτικά:
L’ Echo
Le Vif
Liberation
Euractiv

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο που συνυπογράφουν οι Ευρωβουλευτές της Προοδευτικής συμμαχίας, μεταφρασμένο στα ελληνικά:

Η CETA δεν είναι η προοδευτική συμφωνία που εμφανίζεται να είναι

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, η εμπορική συμφωνία ΕΕ-Καναδά (CETA) θα βελτιώσει τα διεθνή πρότυπα, δημιουργώντας παράλληλα θέσεις εργασίας. Και οι δύο υποθέσεις είναι λάθος: αν η CETA ήταν πραγματικά μια τόσο προοδευτική συμφωνία, θα είχε τύχει διαπραγμάτευσης με διαφανή τρόπο και η δημοκρατία δεν θα είχε υπονομευθεί ήδη από την προκαταρκτική διαδικασία, υποστηρίζουν πολλοί Ευρωβουλευτές. Την άποψη αυτή συνυπογράφουν 17 μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από τρεις διαφορετικές πολιτικές ομάδες.

Στην πραγματικότητα, η εμπορική συμφωνία ΕΕ-Καναδά προωθεί την υπερβολική απελευθέρωση και την απορρύθμιση: αποδυναμώνει το δικαίωμα των κυβερνήσεων να προβαίνουν σε ρυθμίσεις με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, ενώ και η λεγόμενη «ανανεωμένη εκδοχή» της, δεν παρέχει νομική προστασία σε βασικούς τομείς και δεν πληροί τις απαιτήσεις των νομικών παραδόσεών μας.

Όταν ξεκίνησαν οι Διατλαντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις, οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ηγέτες απέτυχαν να κατανοήσουν για ποιο λόγο είχαν γίνει στόχος ενός κύματος σκεπτικισμού από την κοινή γνώμη. Δεσμεύτηκαν ότι αυτή τη φορά, θα ήταν διαφορετικά από τη NAFTA.
Η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής κατέληξε να καταστρέψει τις θέσεις εργασίας στις κατασκευές και τη μεταποίηση, συμπίεσε τους μισθούς προς τα κάτω, αποδυνάμωσε τα διεθνή πρότυπα, αναφορικά με την προστασία των καταναλωτών, και έκανε τον Καναδά -από χώρα μικροπαραγωγών- μια από τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (ΓΤΟ).

Τώρα που η Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία (CETA) μεταξύ ΕΕ-Καναδά έχει ολοκληρωθεί και δημοσιοποιηθεί, μπορεί κανείς να εκτιμήσει κατά πόσον οι επίσημοι ισχυρισμοί που παρουσιάζουν τη CETA ως μια «προοδευτική συμφωνία» έχουν βάση ή αν ήταν περισσότερο μέρος πολιτικού μάρκετινγκ.

Σύμφωνα με την Επίτροπο Εμπορίου της ΕΕ, Σεσίλια Μάλστρομ, η CETA «θα θέσει υψηλότερα standards» και «θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας». Η Κρίστια Φρίλαντ, πάλι, η Υπουργός Εμπορίου του Καναδά, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα λέγοντας πως η CETA είναι μια «προοδευτική συμφωνία» διότι αντανακλά «προοδευτικές αξίες». Στην πραγματικότητα, αν αυτές οι διαπραγματεύσεις έγιναν πραγματικά για να ανέβει ο πήχης, δημιουργώντας παράλληλα ίση κατανομή πλούτου, είναι δίκαιο να αναρωτηθεί κανείς γιατί διεξήχθησαν με τόσο αδιαφανή τρόπο. Οι βουλευτές, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν συμμετείχαν στις συζητήσεις και η εντολή διαπραγμάτευσης του Συμβουλίου -που καθόρισε τις κατευθυντήριες γραμμές για τους διαπραγματευτές της Επιτροπής- δεν δημοσιοποιήθηκε παρά μετά τη σύναψη της συμφωνίας.

Εάν η CETA ήταν πραγματικά μια «προοδευτική συμφωνία», γιατί οι χορηγοί της φοβούνταν να αντιμετωπιστεί δημοκρατικά; Ενώ τα εθνικά και περιφερειακά κοινοβούλια θα πρέπει να εγκρίνουν τη CETA, το 90% της σύμβασης (βλέπε «αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ») θα τεθεί σε ισχύ πριν από την ψήφο τους. Και ακόμη και αν ένα ή περισσότερα κοινοβούλια αποφασίσουν να απορρίψουν τη CETA, η «προσωρινή εφαρμογή» θα συνεχίσει να εφαρμόζεται σε θέματα που αφορούν την ΕΕ.

Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζονται επισήμως, κανείς δεν είναι σε θέση να αποδείξει την ικανότητά της CETA να δημιουργήσει ευημερία και θέσεις εργασίας. Η επίσημη εκτίμηση αντικτύπου στην αειφορία (SIA) προβλέπει αύξηση μόνο 0,03 του ΑΕΠ, και ανεξάρτητες μελέτες που βασίζονται σε ένα πιο ρεαλιστικό μοντέλο του ΟΗΕ προβλέπουν αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις και πάνω από 200.000 χαμένες θέσεις εργασίας σε όλη την ΕΕ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μάλιστα, αναφέρει ότι η CETA είναι πριν απ’ όλα ένα μέσο για να βοηθηθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το 99% των οποίων όμως δεν εξάγει προϊόντα πέρα από τον Ατλαντικό.

Στην πραγματικότητα αυτό που πολλοί φοβούνται δεν είναι παρά η εκτροπή των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων στην ΕΕ, λόγω του ανταγωνισμού που θα δεχθούν από τις μεγάλες εταιρείες του Καναδά. Η συμφωνία ΕΕ-Καναδά επομένως, σίγουρα δεν γίνεται για τη δημιουργία ευημερίας. Αντιμετωπίζοντας αυτές τις αντιφάσεις, οι υποστηρικτές της CETA ανακάλυψαν μια άλλη γραμμή άμυνας: υποστηρίζουν πλέον ότι κύρια πρόθεσή τους είναι να δημιουργήσουν υψηλά διεθνή εμπορικά πρότυπα με τη βοήθεια εταίρων που εμφορούνται από τις ίδιες ιδέες, όπως ο Καναδάς, κατά των πρακτικών ντάμπινγκ από την Κίνα.

Αλλά και πάλι, στην προκειμένη περίπτωση το κείμενο της συμφωνίας δεν αντικατοπτρίζει αντικειμενικά αυτή τη φιλοδοξία: τα υγειονομικά πρότυπα δεν ενισχύονται, επειδή η «αρχή της προφύλαξης» δεν αναφέρεται πουθενά. Η ΕΕ και ο Καναδάς δεν δεσμεύθηκαν να προστατεύουν καλύτερα τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα και οι κλιματικές μας δεσμεύσεις από τη συμφωνία COP21 έρχονται σε αντίφαση με τη συμφωνία CETA, η οποία αναμένεται να αυξήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Ουσιαστικά, η εμπορική συμφωνία ΕΕ-Καναδά έρχεται σε αντίθεση με ό,τι η Ευρώπη πραγματικά χρειάζεται: τη μείωση των ανισοτήτων και την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και δημοσίων υπηρεσιών. Η CETA προωθεί την απελευθέρωση, αντί της προστασίας. Και την απορρύθμιση, αντί μιας εκ νέου ρύθμισης. Αποδυναμώνει επίσης τα νομικά συστήματά μας και την ικανότητα των κρατών μας στην επιδίωξη στόχων δημόσιας πολιτικής. Ένα παράδειγμα: ενώ οι αγρότες της ΕΕ ζητούν απεγνωσμένα περισσότερη προστασία στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, η CETA ανοίγει νέες ποσοστώσεις με μηδενικό δασμό για το καναδικό βοδινό και χοιρινό κρέας, για ποσότητες 140.000 τόνων ετησίως.

Το χειρότερο από όλα: μετά από τρεις δεκαετίες άγριας παγκοσμιοποίησης, που άφησαν την αίσθηση σε πολλούς πολίτες ότι οι κυβερνήσεις τους στερούνται κάθε δυνατότητα ελέγχου της, οι αποφάσεις δημόσιας πολιτικής των κυβερνήσεων θα αμφισβητηθούν περαιτέρω από τις πολυεθνικές εταιρείες, δια της νομίμου οδού. Το νέο «σύστημα ICS» δεν είναι θεμελιωδώς διαφορετικό από το παλιό «σύστημα ISDS». Και τα δύο είναι περιττά και επικίνδυνα: ακριβώς όπως η TransCanada μήνυσε την κυβέρνηση Ομπάμα για τον τερματισμό του έργου Keystone XL, οι καναδικές εταιρείες θα μπορούν να ζητήσουν νομικά από τη Γερμανία, τη Γαλλία ή οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα για αποζημιώσεις, αν οι χώρες αυτές λάβουν μέτρα που επηρεάζουν «νόμιμες οικονομικές προσδοκίες» τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ένωση Γερμανών Δικαστών αμφισβητεί σοβαρά τη συμβατότητα των εν λόγω παράλληλων αρμοδιοτήτων, με την έννομη τάξη της ΕΕ. Και καλεί την Επιτροπή, τις εθνικές κυβερνήσεις και το Κοινοβούλιο, να απευθυνθούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μια νομική γνωμοδότηση σχετικά με τη συμβατότητα ή όχι, της CETA με το Ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο.

Πράγματι, σοβαρές αμφιβολίες παραμένουν όσον αφορά την ανεξαρτησία και τα προσόντα των δικαστικών που θα εκδικάζουν τις περιπτώσεις ICS -μεταξύ άλλων, θα πληρώνονται σε ημερήσια βάση- καθώς και σε ό,τι αφορά την προστασία των δικαιωμάτων των κρατών-μελών να νομοθετούν ρυθμιστικά προς την κατεύθυνση του δημόσιου συμφέροντος.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη έχουν πλήρη επίγνωση των επιχειρημάτων μας. Το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάσισε να συντάξει μια «ερμηνευτική δήλωση» για να διευκρινίσει περαιτέρω τις διατάξεις της CETA δείχνει ότι οι ισχυρισμοί μας έχουν βάση. Ωστόσο και αυτή η ερμηνευτική δήλωση, δεν καταφέρνει να έχει νόημα.

Είναι μάλλον ένα προπέτασμα καπνού, που σύμφωνα με εμπειρογνώμονες του διεθνούς δικαίου δεν έχει ούτε τη νομική βαρύτητα, ούτε φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει μερικές από τις πιο προβληματικές πτυχές της CETA -μέχρι και η ίδια η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι το κείμενο αυτό είχε περισσότερο επικοινωνιακό χαρακτήρα. Δεν προορίζεται για να αντιμετωπίσει το μηχανισμό απελευθέρωσης των υπηρεσιών, δεν αναφέρει την αρχή της προφύλαξης, ούτε έχει στόχους προστασίας για την προφύλαξη του κλίματος κ.λπ.
Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η CETA δεν είναι το είδος της συμφωνίας που χρειάζεται η Ευρώπη. Και ενώ θεωρούμε πως η CETA είναι επικίνδυνη για τη δημοκρατία μας, την οικονομία μας, τα πρότυπά μας και το περιβάλλον μας, πιστεύουμε επίσης ότι θα πρέπει να υπάρξει σωστή ρύθμιση του εμπορίου, ιδιαίτερα σε πολυμερές επίπεδο.

Είμαστε ένθερμοι υποστηρικτές των πολυμερών εμπορικών συμφωνιών που συμβάλλουν στη δημιουργία απτού οφέλους για τους εργαζόμενους και τους καταναλωτές, τη ρύθμιση της παγκοσμιοποίησης, του αγώνα κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη, διασφαλίζοντας τους κανόνες μας και διατηρώντας παράλληλα τα δημοκρατικά μας μοντέλα. Οποιοδήποτε άλλο είδος συμφωνίας θα πρέπει να απορριφθεί και θα αγωνιστούμε για τον σκοπό αυτό.

Υπογράφουν (αλφαβητικά):

• Marie Arena, S&D (Parti socialiste – Bέλγιο)
• Guillaume Balas, S&D (Parti socialiste – Γαλλία)
• Hugues Bayet, S&D (Parti socialiste – Βέλγιο)
• Sergio Cofferati, S&D (Ιταλία)
• Fabio De Masi, GUE/NGL (DIE LINKE – Γερμανία)
• Yannick Jadot, Greens/EFA (Europe Ecologie – Γαλλία)
• Eva Joly, Greens/EFA (Europe Ecologie – Γαλλία)
• Στέλιος Κούλογλου, GUE/NGL (ΣΥΡΙΖΑ – Ελλάδα)
• Curzio Maltese, GUE/NGL (Ιταλία)
• Florent Marcellesi, Greens/EFA (EQUO – Ισπανία)
• Emmanuel Maurel, S&D (Parti socialiste – Γαλλία)
• Anne-Marie Mineur, GUE/NGL (Socialistische Partij – Ολλανδία)
• Δημήτρης Παπαδημούλης, GUE/NGL (ΣΥΡΙΖΑ-Ελλάδα)
• Georgi Pirinski, S&D (Bulgarska sotsialisticheska partiya- Βουλγαρία)
• Marc Tarabella, S&D (Parti socialiste – Bέλγιο)
• Ernest Urtasun, Greens/EFA (Iniciativa per Catalunya Verds – Ισπανία)
• Monika Vana, Greens/EFA (Die Grünen – Αυστρία)

24.10.2016

 

twitter Newsroom

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ facebook

Facebook Connection Faild

LINKS